23 Ιουνίου, 2021

Χρονικά Όρια Εργασίας

Οι διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας των μισθωτών καλύπτουν ένα από τα σπουδαιότερα και πιο νευραλγικά μέρη της εργατικής νομοθεσίας, καθότι δεν καθορίζουν απλά τη διάρκεια της εργασίας αλλά ρυθμίζουν και τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής αυτής. Οι συγκεκριμένες δε ρυθμίσεις συνδέονται με άμεσο τρόπο με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων.

Ως χρόνος εργασίας ορίζεται κάθε περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντα του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε περίοδο εργαζομένων (αρ. 2 του Π.Δ. 88/1999).

Νόμιμο ωράριο καλείται το ωράριο εργασίας που καθορίζεται από νομοθετικές διατάξεις (με την ουσιαστική έννοια του όρου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση νόμου), που έχουν το χαρακτήρα κανόνων δημόσιας τάξης και ισχύουν ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής σύμβασης (Αποφάσεις Αρ. Πάγου 1188/90, Ειρ. Αθηνών 4911/92 κ.λπ.). Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α’ 210), το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας καθορίστηκε σε 45 ώρες επί πενθήμερου και 48 ώρες επί εξαήμερου συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας. Μετά την ισχύ δε του πενθήμερου, το νόμιμο ημερήσιο ωράριο καθορίσθηκε σε 9 ώρες, ενώ επί εξαημέρου παρέμεινε σε 8 ώρες [άρθρο 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, Ν. 2269/1920, (αρ. 18 του Π.Δ./8-4-32) Απόφαση Αρ. Πάγου 119/97].

Συμβατικό ωράριο καλείται το καθοριζόμενο με ατομικές ή συλλογικές συμβάσεις ωράριο εργασίας και δύναται να είναι μικρότερο ποτέ όμως μεγαλύτερο από το νόμιμο. Ειδικότερα, με την από 14-2-84 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) καθορίστηκε σε 40 ώρες την εβδομάδα το οποίο ανέρχεται σε 8 ώρες ημερησίως επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 6,40 ώρες ημερησίως επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.

Διάρκεια ημερήσιας εργασίας είναι ο χρόνος εργασίας εντός ενός συνεχούς χρονικού διαστήματος είκοσι τεσσάρων (24) ωρών. (αρ. 3 του Π.Δ. 88/1999).

Διάρκεια εβδομαδιαίας εργασίας είναι ο χρόνος εργασίας εντός του χρονικού διαστήματος από 00.01 της Δευτέρας μέχρι την 00.00 της επόμενης Κυριακής (αρ. 2 του Π.Δ. 88/1999).

Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο χρόνος ημερήσιας εργασίας υπερβαίνει τις έξι ώρες, πρέπει να χορηγείται διάλειμμα τουλάχιστον 15 λεπτών, κατά τη διάρκεια του οποίου οι εργαζόμενοι δικαιούνται να απομακρυνθούν από τη θέση εργασίας τους. Τα διαλείμματα αυτά δεν επιτρέπεται να χορηγούνται συνεχόμενα με την έναρξη ή τη λήξη της ημερήσιας εργασίας (αρ. 4 του Π.Δ. 88/1999).

Η ελάχιστη ανάπαυση των εργαζομένων, για κάθε περίοδο 24 ωρών, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από έντεκα (11) ώρες (αρ. 3 του Π.Δ. 88/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΑ 14, περ. 3 του Ν. 4093/2012).

Περαιτέρω, στους εργαζόμενους εξασφαλίζεται ανά εβδομάδα ελάχιστη περίοδος συνεχούς ανάπαυσης είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, η οποία συμπεριλαμβάνει κατ’ αρχήν την Κυριακή, ανάλογα με τις ισχύουσες για κάθε κατηγορία εργαζομένων διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και πρακτικές, στις οποίες προστίθενται οι έντεκα (11) συνεχείς ώρες της ημερήσιας ανάπαυσης του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού (αρ. 5 του Π.Δ. 88/1999 όπως ισχύει).

Επιπλέον, σε περίπτωση εφαρμογής συστήματος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (με ΣΣΕ, Ατομική Σύμβαση κ.λπ.), οι εργαζόμενοι δικαιούνται δύο ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

Η Κυριακή αρχίζει την 00:01 ώρα και λήγει την 00:00 ώρα. Για τους εργαζόμενους σε δραστηριότητες, που λειτουργούν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο με σύστημα διαδοχικών ομάδων εργασίας, η Κυριακή μπορεί να αρχίζει την 06:00 ώρα ή την 07:00 ώρα και να λήγει την αντίστοιχη ώρα της Δευτέρας.

Ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων μηνών τις σαράντα οκτώ (48) ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών (αρ. 6 του Π.Δ. 88/1999).

Η υπέρβαση των 8 ωρών ημερησίως επί πενθημέρου και μέχρι την 9η ώρα ή των 6,40 ωρών ημερησίως επί εξαημέρου και μέχρι την 8η ώρα με την προϋπόθεση ότι υφίσταται υπέρβαση των 40 ωρών την εβδομάδα και έως του ορίου των 45 ωρών επί πενθημέρου και 48 ωρών επί εξαημέρου αποτελεί, σύμφωνα με  το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α’ 210) όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 10 και 11 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α’ 115), υπερεργασία, η πραγματοποίηση της οποίας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη.

Οι 5 ώρες υπερεργασίας επί πενθημέρου (από την 41η έως την 45η ώρα) ή οι 8 ώρες υπερεργασίας επί εξαημέρου (από την 41η έως την 48η ώρα), αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις.

Η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα επί πενθημέρου και 48 ωρών την εβδομάδα επί εξαημέρου θεωρείται – σύμφωνα με την παρ. 2  του άρθρου 74 του Ν.3863/2010 –υπερωριακή απασχόληση και διέπεται από όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες νομιμοποίησής τους. Αμείβεται δε   με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40%

Εξ άλλου υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 9 ωρών ημερησίως, επί πενθημέρου (άρ. 6 της από 16-2-1975 ΕΓΣΣΕ, ΑΠ 119/1997), καθώς και η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 8 ωρών ημερησίως, επί εξαημέρου (ΑΠ 247/2003).

  • Μη υπέρβαση ορισμένου ανωτάτου ορίου υπερωριακής απασχόλησης

H διάρκεια των υπερωριών στις βιομηχανίες, βιοτεχνίες, εκμεταλλεύσεις και εργασίες εν γένει που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.Δ. 515/1970, δεν δύναται να είναι κατά μείζονα λόγο μεγαλύτερη των 3 ωρών ημερησίως. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, που εκδίδονται τον Δεκέμβριο και τον Ιούνιο κάθε έτους, καθορίζονται τα ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης, για το σύνολο της επικράτειας ή για ορισμένες περιφέρειες. Περαιτέρω στις λοιπές κατηγορίες επιχειρήσεων πλην των αναφερομένων στο  άρθρου 3 του Ν.Δ. 515/1970,  στο υπαλληλικό προσωπικό των ανωνύμων εταιρειών, των τραπεζών και των γραφείων εν γένει, οδηγούς φορτηγών, εργαζόμενους σε καταστήματα, παροχής υπηρεσιών  κ.λπ. δεν επιτρέπεται υπέρβαση πέραν των 2 ωρών την ημέρα και για 120 ώρες κατ’ έτος, για κάθε εργαζόμενο (εδάφιο 2 της υποπαρ. ΙΑ13, της παρ.ΙΑ, του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012).

  • Νομιμοποίηση υπερωριών

Η πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης είναι νόμιμες μόνον εάν έχουν καταχωρηθεί από τον εργοδότη στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ»,  πριν από την έναρξη πραγματοποίησής τους [( άρ. 36 του ν. 4488/2017 ΦΕΚ Α’ 137, όπως αντικατέστησε την παρ.1 του άρ.80 του ν. 4144/2013]

  • Παράνομη Υπερωριακή Απασχόληση (κατ’ εξαίρεση)

Σε περίπτωση κατά την οποία έχουμε την πραγματοποίηση υπερωριακής απασχόλησης χωρίς να συντρέχουν οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις των οικείων διατάξεων που αναφέρθησαν ανωτέρω ή με υπέρβαση του ανωτάτου ορίου υπερωριών, τότε αυτή είναι παράνομη και έχει ως επακόλουθο εκτός από τις αστικές σε βάρος του εργοδότη συνέπειες και ποινική ευθύνη γι’ αυτόν ή για τον νομίμως υπεύθυνο σύμφωνα με τα άρθρα 5 του Ν.Δ. 515/1970 και του Ν.Δ. 1037/71, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αρ. 28 του Ν. 3996/2011 (ΦΕΚ Α’ 170).

Περαιτέρω, με την παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α’ 210) ο όρος «μη νόμιμη υπερωρία» (παράνομη) αντικαταστάθηκε με τον όρο «κατ’ εξαίρεση υπερωρία».

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 του αρ. 74 του Ν. 3863/2010) ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80%.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Β.Δ. 748/1966 όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 4454/2018 ( Α΄130), καθώς και την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 380/68 όπως ισχύει με την παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.4468/2017 ( Α΄ 61), ως ημέρες υποχρεωτικής αργίας καθορίζονται οι κάτωθι:

α) η 25η Μαρτίου,
β) η δεύτερη ημέρα του Πάσχα,
γ) η 1η Μαΐου,
δ) η 15η Αυγούστου (εορτή Κοίμησης της Θεοτόκου),
ε) η 25η Δεκεμβρίου (εορτή της Γέννησης του Χριστού),
στ) η 26η Δεκεμβρίου.

Με το ίδιο άρθρο του Β.Δ. 748/1966, ως ημέρα προαιρετικής αργίας κατά την  κρίση του εργοδότη καθορίζεται, η 28η Οκτωβρίου.

Η διαφορά υποχρεωτικής και προαιρετικής αργίας βρίσκεται στο ότι κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αργίας απαγορεύεται η απασχόληση των εργαζόμενων, ενώ κατά την ημέρα της προαιρετικής αργίας, η απασχόληση αυτών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη.

Στην ελληνική εργατική νομοθεσία (Β.Δ. 748/1966) προβλέπεται απαγόρευση κάθε βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής εργασίας και κάθε επαγγελματικής γενικά δραστηριότητας κατά τις Κυριακές (χρονικό διάστημα που αρχίζει από τις 24:00 του Σαββάτου και λήγει στις 24:00 Κυριακή) και τις καθιερωμένες από το νόμο ως ημέρες αργίας, συναφώς δε, απαγορεύεται και η απασχόληση του προσωπικού αυτών. Ωστόσο υφίστανται εξαιρέσεις από την εν λόγω απαγόρευση, οι οποίες συνδέονται με συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ή απασχολουμένων (άρθρα 2, 7 και 9 του ως άνω Β.Δ/τος, καθώς και άρ. 3 μετά από έγκριση της Επιθεώρησης Εργασίας).

Σύμφωνα με τις κοινές αποφάσεις Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, αρ. 8900/46 και 25825/51, καθώς και το άρθρο 2 του ΝΔ 3755/1957 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το 147/73, το άρθρο 2 του Ν. 435/76 και την παρ.2 του άρ. 42 του Ν. 4454/2018, στους μισθωτούς που απασχολούνται τις Κυριακές και τις ημέρες των αργιών, παρέχεται πρόσθετη  αμοιβή, η οποία ανέρχεται στο 75% του 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου (Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις με αριθμ. 8900/1946 και 25825/1951 των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών).

Γενικά όσοι από τους μισθωτούς απασχολούνται πάνω από πέντε ώρες την Κυριακή, δικαιούνται να λάβουν αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 ωρών σε άλλη εργάσιμη μέρα της εβδομάδας, που αρχίζει από την Κυριακή την οποία απασχολήθηκαν. Σε περίπτωση απασχόλησης λιγότερες από πέντε ώρες, ο εργαζόμενος δύναται να ζητήσει ισόχρονη αναπληρωματική ανάπαυση. Διευκρινίζεται ότι αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση δικαιούνται μόνο όσοι απασχολούνται τις Κυριακές όχι όμως και τις εξαιρέσιμες εορτές (άρθρο 10 του Β.Δ. 748/1966).

Περαιτέρω, βάσει των ως άνω διατάξεων, οι μισθωτοί που αμείβονται με ημερομίσθιο και οι οποίοι δεν θα απασχοληθούν κατά τις ανωτέρω εξαιρέσιμες αργίες, για λόγους που δεν οφείλονται σε αυτούς, δικαιούνται το νομίμως καταβαλλόμενο ημερομίσθιο χωρίς περαιτέρω προσαύξηση.

Κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση, χωρίς να απαιτείται η συμπλήρωση βασικού χρόνου εργασίας (παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του Ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004).

Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτόν. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγήσει τμηματικά την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται όπως ανωτέρω. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες σε περίπτωση εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή μέχρι τις είκοσι δύο (22) ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού.

Εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 25 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (αρ.3 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.2008/2009). Από 01-01-2008 δε, μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται 1 επιπλέον ημέρα αδείας, δηλαδή συνολικά 31 εργάσιμες ημέρες επί συστήματος εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 26 εργάσιμες ημέρες επί συστήματος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας αντίστοιχα.

Η χρονική περίοδος χορήγησης της ετήσιας άδειας κανονίζεται με συμφωνία μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη του. Σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια στο μισθωτό που υπέβαλλε σχετικό αίτημα μέσα σε δύο μήνες από τη διατύπωση του αιτήματος (παρ. 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 539/1945).

Η κανονική άδεια θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχει εξαντληθεί έως την 31η Δεκεμβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους ακόμη και εάν δεν έχει ζητηθεί από τον εργαζόμενο (άρθρο 4 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 3 του Ν. 4504/1966, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως ισχύει, με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004, καθώς και την αρ.πρ. 3392/1-3-2005 Εγκύκλιο επί του άρθρου αυτού). Με τη λήξη του ημερολογιακού έτους, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική εφ’ όσον δεν επιτρέπεται μεταφορά της αδείας σε επόμενο έτος, έστω και αν αυτό έγινε με τη συναίνεση του εργαζομένου.

Νυχτερινή εργασία είναι η εργασία που παρέχεται κατά το χρονικό διάστημα της νύχτας, ήτοι από τις 10 μ.μ έως τις 6 π.μ της επόμενης ημέρας (ΥΑ υπ’ αριθ. 25825/51 και άρθρο 2, παρ. 3 του Π.Δ. 88/99).

Οι εργαζόμενοι που θα απασχοληθούν, είτε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της νύχτας, είτε μόνο σε ορισμένες νυχτερινές ώρες δικαιούνται προσαύξηση 25% επί των νομίμων αποδοχών  τους (ΥΑ υπ’ αριθ. 25825/51).

Με το άρθρο 42 του Ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (ΦΕΚ Α’ 152) που αντικατέστησε το άρθρο 7 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α’ 66), θεσμοθετήθηκε εκ νέου το σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας.

Ειδικότερα, με τη νέα διάταξη δίνεται πλέον η δυνατότητα σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, να εφαρμόζουν για μία χρονική περίοδο, σύστημα αυξημένης απασχόλησης (δύο ώρες την ημέρα  επιπλέον των οκτώ ωρών), υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των σαράντα, ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου, ώρες εργασίας την εβδομάδα να αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου, περίοδο μειωμένης απασχόλησης. Το χρονικό διάστημα των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τους έξι (6) μήνες σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών (περίοδος αναφοράς).

Περαιτέρω, στις ως άνω επιχειρήσεις, αντί της κατά την προηγούμενη παράγραφο διευθέτησης, δύναται μέχρι διακόσιες πενήντα έξι (256) ώρες εργασίας από το συνολικό χρόνο απασχόλησης εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους, να κατανέμονται με αυξημένο αριθμό ωρών σε ορισμένες χρονικές περιόδους, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις τριάντα δύο (32) εβδομάδες ετησίως και με αντιστοίχως μειωμένο αριθμό  ωρών κατά το λοιπό διάστημα του ημερολογιακού έτους.

Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας υιοθετείται με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με συμφωνίες του εργοδότη και του επιχειρησιακού σωματείου ή του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων ή του εργοδότη και των ενώσεων.

Τέλος, επισημαίνεται ότι με επιχειρησιακές και κλαδικές ΣΣΕ, μπορεί να καθορίζεται άλλο σύστημα διευθέτησης χρόνου εργασίας, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κλάδου ή της επιχείρησης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο