29 Σεπτεμβρίου, 2021

Αρχή της Ίσης Μεταχείρισης

Σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο το θεσμικό πλαίσιο της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της καταπολέμησης των διακρίσεων αναδεικνύεται τόσο στον Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη όσο και σε κείμενα του ΟΗΕ και Συμβάσεις του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας.

Μέχρι το 2000 η κοινοτική νομοθεσία κατά των διακρίσεων εφαρμοζόταν μόνο στον τομέα της απασχόλησης και της κοινωνικής ασφάλισης, ενώ κάλυπτε μόνο τις διακρίσεις λόγω φύλου.

Το 2000 θεσπίστηκαν δύο οδηγίες:

  • η οδηγία για την ισότητα στην απασχόληση, η οποία απαγόρευε τις διακρίσεις λόγω γενετήσιου προσανατολισμού, θρησκευτικών πεποιθήσεων, ηλικίας και αναπηρίας στον τομέα της απασχόλησης (78/2000/ΕΚ) και
  • η οδηγία για τη φυλετική ισότητα, η οποία απαγόρευε τις διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής στον τομέα της απασχόλησης, αλλά και όσον αφορά την πρόσβαση στο σύστημα πρόνοιας και στην κοινωνική ασφάλιση, και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες (43/2000/ΕΚ).

Οι ανωτέρω οδηγίες ενσωματώθηκαν στην Ελληνική νομοθεσία με το ν. 3305/2005. Ο ανωτέρω νόμος αντικαταστάθηκε με το ν. 4443/2016 (ΦΕΚ Α’ 232) ο οποίος βελτίωσε και ενίσχυσε το νομοθετικό πλαίσιο για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης και την απαγόρευσης των διακρίσεων στην εργασία και την απασχόληση εν γένει.

Σύμφωνα με τον ν. 4443/2016 (ΦΕΚ Α’ 232) απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης.

Η απαγόρευση αυτή εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και αφορά:

α) τους όρους πρόσβασης στην εργασία και την απασχόληση, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, καθώς και τους όρους υπηρεσιακής και επαγγελματικής εξέλιξης,

β) την πρόσβαση σε όλα τα είδη και επίπεδα επαγγελματικού προσανατολισμού, μαθητείας, επαγγελματικής, κατάρτισης, επιμόρφωσης και επαγγελματικού αναπροσανατολισμού, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πρακτικής επαγγελματικής εμπειρίας,

γ) τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και απασχόλησης, ιδίως όσον αφορά τις αποδοχές, την απόλυση, την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία και σε περίπτωση ανεργίας την επανένταξη και την εκ νέου απασχόληση,

δ) την ιδιότητα του μέλους και τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή σε οποιαδήποτε επαγγελματική οργάνωση, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή σε αυτές, και ιδίως του δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Επιπρόσθετα απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, τόσο στον  στο δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα, όσον αφορά:

α) την κοινωνική προστασία, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης,

β) τις κοινωνικές παροχές και τις φορολογικές διευκολύνσεις ή πλεονεκτήματα,

γ) την εκπαίδευση,

δ) την πρόσβαση στη διάθεση και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται (συναλλακτικά) στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της στέγης.

Ο κανόνας είναι ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου στην εργασία, απαγορεύεται. Παρόλα αυτά, υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, όπου ο νομοθέτης έχει κρίνει ότι είναι αναγκαίο για σημαντικούς λόγους.

Έτσι, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη διάκριση η διαφορετική μεταχείριση όταν λόγω της φύσης ή του πλαισίου των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση και εφόσον ο οικείος σκοπός είναι θεμιτός και η προϋπόθεση ανάλογη.

Επιπλέον, η διαφορετική μεταχείριση που εδράζεται στις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις ενός προσώπου δεν συνιστά διάκριση, όταν λόγω της φύσης των εν λόγω δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου ασκούνται οι πεποιθήσεις αυτές αποτελούν ουσιώδη, θεμιτή και δικαιολογημένη επαγγελματική απαίτηση.

Επίσης, δεν συνιστά διάκριση η ειδικώς αιτιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, εφόσον η μεταχείριση αυτή προβλέπεται στο νόμο προς εξυπηρέτηση σκοπών της πολιτικής της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, τα δε μέσα επίτευξης των σκοπών αυτών είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Να σημειωθεί ότι η  θέσπιση ορίου ηλικίας ως όρου πρόσβασης στην εργασία –συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και όρων πρόσληψης- μπορεί να γίνει μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εφόσον παρέχεται ειδική προς τούτο αιτιολόγηση. Η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δικαιολογείται μόνο όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις: α) εξυπηρετεί την επίτευξη θεμιτού στόχου β) είναι εύλογη και αναγκαία, γ) συνιστά ουσιαστική και καθοριστική προϋπόθεση λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή λόγω του πλαισίου εντός του οποίου αυτές ασκούνται.

Εξαιρέσεις υπάρχουν επίσης και στις περιπτώσεις που προβλέπεται ειδικώς αιτιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγένειας.

Άμεση διάκριση συντρέχει όταν:

  • σε ένα πρόσωπο επιφυλάσσεται δυσμενής μεταχείριση,
  • σε σύγκριση με αυτήν της οποίας έτυχε ή θα ετύγχανε ένα άλλο πρόσωπο που βρίσκεται σε όμοια κατάσταση,
  • λόγω κάποιου ιδιαίτερου χαρακτηριστικού που φέρει το πρόσωπο αυτό, το οποίο όμως προστατεύεται (προστατευόμενο χαρακτηριστικό).

Έμμεση διάκριση συντρέχει όταν:

  • μια διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ουδέτερης φύσης,
  • θίγει μια ομάδα η οποία προσδιορίζεται από ένα «προστατευόμενο χαρακτηριστικό», με πολύ πιο αρνητικό τρόπο,
  • από ό,τι άλλα πρόσωπα που βρίσκονται σε όμοια κατάσταση.

Η παρενόχληση νοείται ως διάκριση εφόσον:

  • σημειώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά σε σχέση με κάποιο προστατευόμενο χαρακτηριστικό,
  • με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου,
  • και/ή τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος.

Επίσης, η άρνηση εύλογων προσαρμογών για τα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση νοείται ως διάκριση.

Για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης έναντι ατόμων με αναπηρία ή χρόνια πάθηση, ο εργοδότης υποχρεώνεται στη λήψη όλων των ενδεδειγμένων κατά περίπτωση μέτρων, προκειμένου τα άτομα αυτά να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε θέση εργασίας, να ασκούν αυτή και να εξελίσσονται, καθώς και δυνατότητα συμμετοχής στην επαγγελματική κατάρτιση, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη. Δεν θεωρείται δυσανάλογη η επιβάρυνση, όταν αντισταθμίζεται επαρκώς από μέτρα προστασίας που λαμβάνονται στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής υπέρ των ατόμων με αναπηρία ή χρόνια πάθηση.

Ο νόμος δεν περιέχει λίστα με τις ενδεχόμενες εύλογες προσαρμογές , εφόσον αυτές είναι απεριόριστες  και εξαρτώνται από την κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη, οι αναφορές κατά των διακρίσεων, που υποβάλουν οι εργαζόμενοι με αναπηρία, στον προαναφερθέντα φορέα, αφορούν κυρίως αιτήματα για λήψη μέτρων εύλογων  προσαρμογών όπως για παράδειγμα μετατάξεις, μεταθέσεις, μείωση ωραρίου ή αλλαγή καθηκόντων.

Ο ν. 4443/2016 περιλαμβάνει στο κεφάλαιο Γ (άρθρα 8-11) διατάξεις που αφορούν στην προστασία των κατηγοριών που περιλαμβάνει ο νόμος, μεταξύ των οποίων είναι και τα άτομα με αναπηρία. Τα μέτρα αυτά αφορούν στη δυνατότητα διοικητικών προσφυγών, πέραν της δικαστικής προσφυγής (άρθρο 8), την αντιστροφή του βάρους της απόδειξης στην περίπτωση προσφυγής σε δικαστήριο ή διοικητική αρχή (άρθρο 9), την προστασία από αντίμετρα (άρθρο 10) και τις προβλεπόμενες κυρώσεις κατά του εργοδότη σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 11).

Οι θιγόμενοι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, μπορούν να απευθύνονται στο κατά τόπο αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας- ΣΕΠΕ.  Η παράβαση των διατάξεων για διακριτική μεταχείριση συνιστά παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας για την οποία μπορεί να επιβληθούν από το ΣΕΠΕ  κυρώσεις.

Καταγγελίες στο ΣΕΠΕ γίνονται επίσης τηλεφωνικά στη γραμμή 15512 (εργάσιμες ημέρες, ώρες 09:00-15:00) καθώς και ηλεκτρονικά μέσω της ιστοσελίδας του Σώματος.

Επίσης, τόσο οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, όσο και του δημόσιου τομέα, μπορούν να υποβάλουν αναφορά στο Συνήγορο του Πολίτη (synigoros.gr),  ο οποίος είναι ο αρμόδιος φορέας προώθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Τέλος, η αρμοδιότητα της παρακολούθησης της εφαρμογής των πολιτικών για την ίση μεταχείριση στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης, καθώς και της ενημέρωσης του κοινού, ιδίως των εργαζομένων και των εργοδοτών, σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ανήκει στο Τμήμα Στήριξης Ελλήνων Εργαζομένων στην Αλλοδαπή, Εργασίας αλλοδαπών στην Ελλάδα και Ίσης Μεταχείρισης στην Εργασία της Διεύθυνσης Ατομικής Ρυθμίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Μπορείτε να  επικοινωνείτε με την ανωτέρω Υπηρεσία στα τηλέφωνα: 213 1516 540/ 025 / 080 και στα emails: thstathopoulou@ypakp.grmargiri@ypakp.grmbitha@ypakp.gr.

Μετάβαση στο περιεχόμενο