20 Οκτωβρίου, 2021

Χρονικά Όρια Εργασίας

Οι διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας των μισθωτών καλύπτουν ένα από τα σπουδαιότερα και πιο νευραλγικά μέρη της εργατικής νομοθεσίας, καθότι δεν καθορίζουν απλά τη διάρκεια της εργασίας αλλά ρυθμίζουν και τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής αυτής. Οι συγκεκριμένες δε ρυθμίσεις συνδέονται με άμεσο τρόπο με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων.

Ως χρόνος εργασίας ορίζεται κάθε περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντα του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε περίοδο εργαζομένων (αρ. 2 του Π.Δ. 88/1999).

Νόμιμο ωράριο καλείται το ωράριο εργασίας που καθορίζεται από νομοθετικές διατάξεις (με την ουσιαστική έννοια του όρου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις, που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση νόμου), που έχουν το χαρακτήρα κανόνων δημόσιας τάξης και ισχύουν ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής σύμβασης (Αποφάσεις Αρ. Πάγου 1188/90, Ειρ. Αθηνών 4911/92 κ.λπ.). Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α’ 210), το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας καθορίστηκε σε 45 ώρες επί πενθήμερου και 48 ώρες επί εξαήμερου συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας. Μετά την ισχύ δε του πενθήμερου, το νόμιμο ημερήσιο ωράριο καθορίσθηκε σε 9 ώρες, ενώ επί εξαημέρου παρέμεινε σε 8 ώρες [άρθρο 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, Ν. 2269/1920, (αρ. 18 του Π.Δ./8-4-32) Απόφαση Αρ. Πάγου 119/97].

Με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α’ 101), όπως αυτό τροποποίησε το άρθρο 4 του ν.2874/2000 το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας καθορίστηκε σε 45 ώρες επί πενθήμερου και 48 ώρες επί εξαήμερου συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας. Μετά την ισχύ δε του πενθήμερου, το νόμιμο ημερήσιο ωράριο καθορίσθηκε σε 9 ώρες, ενώ επί εξαημέρου παρέμεινε σε 8 ώρες [άρθρο 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕΝ. 2269/1920, (αρ. 18 του Π.Δ./8-4-32) Απόφαση Αρ. Πάγου 119/97, Εγκύκλιος αριθμ.οικ.64597/03-09-2021 επί του άρθρου 58 του ν. 4808/2021].

Συμβατικό ωράριο καλείται το καθοριζόμενο με ατομικές ή συλλογικές συμβάσεις ωράριο εργασίας και δύναται να είναι μικρότερο ποτέ όμως μεγαλύτερο από το νόμιμο. Ειδικότερα, με την από 14-2-84 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) καθώς και το άρθρο 55 του ν.4808/2021, καθορίστηκε σε 40 ώρες την εβδομάδα το οποίο ανέρχεται σε 8 ώρες ημερησίως επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 6,40 ώρες ημερησίως επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.

Διάρκεια ημερήσιας εργασίας είναι ο χρόνος εργασίας εντός ενός συνεχούς χρονικού διαστήματος είκοσι τεσσάρων (24) ωρών. (αρ. 3 του Π.Δ. 88/1999).

Διάρκεια εβδομαδιαίας εργασίας είναι ο χρόνος εργασίας εντός του χρονικού διαστήματος από 00.01 της Δευτέρας μέχρι την 00.00 της επόμενης Κυριακής (αρ. 2 του Π.Δ. 88/1999).

Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο χρόνος ημερήσιας εργασίας υπερβαίνει τις τέσσερις ώρες, πρέπει να χορηγείται διάλειμμα τουλάχιστον 15 λεπτών και κατά μέγιστον 30 λεπτών, κατά τη διάρκεια του οποίου οι εργαζόμενοι δικαιούνται να απομακρυνθούν από τη θέση εργασίας τους. Ο χρόνος του διαλείμματος δεν αποτελεί χρόνο εργασίας και δεν επιτρέπεται να χορηγείται συνεχόμενα με την έναρξη ή τη λήξη της ημερήσιας εργασίας (αρ. 4 του Π.Δ. 88/1999, όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 56 του ν. 4808/2021).

Η ελάχιστη ανάπαυση των εργαζομένων, για κάθε περίοδο 24 ωρών, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από έντεκα (11) ώρες (αρ. 3 του Π.Δ. 88/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΑ 14, περ. 3 του Ν. 4093/2012).

Περαιτέρω, στους εργαζόμενους εξασφαλίζεται ανά εβδομάδα ελάχιστη περίοδος συνεχούς ανάπαυσης είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, η οποία συμπεριλαμβάνει κατ’ αρχήν την Κυριακή, ανάλογα με τις ισχύουσες για κάθε κατηγορία εργαζομένων διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και πρακτικές, στις οποίες προστίθενται οι έντεκα (11) συνεχείς ώρες της ημερήσιας ανάπαυσης του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού (αρ. 5 του Π.Δ. 88/1999 όπως ισχύει).

Επιπλέον, σε περίπτωση εφαρμογής συστήματος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (με ΣΣΕ, Ατομική Σύμβαση κ.λπ.), οι εργαζόμενοι δικαιούνται δύο ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

Η Κυριακή αρχίζει την 00:01 ώρα και λήγει την 00:00 ώρα. Για τους εργαζόμενους σε δραστηριότητες, που λειτουργούν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο με σύστημα διαδοχικών ομάδων εργασίας, η Κυριακή μπορεί να αρχίζει την 06:00 ώρα ή την 07:00 ώρα και να λήγει την αντίστοιχη ώρα της Δευτέρας.

Ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων μηνών τις σαράντα οκτώ (48) ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών (αρ. 6 του Π.Δ. 88/1999).

Η υπέρβαση των 8 ωρών ημερησίως επί πενθημέρου και μέχρι την 9η ώρα ή των 6,40 ωρών ημερησίως επί εξαημέρου και μέχρι την 8η ώρα, με την προϋπόθεση ότι υφίσταται υπέρβαση των 40 ωρών την εβδομάδα και έως του ορίου των 45 ωρών επί πενθημέρου και 48 ωρών επί εξαημέρου, αποτελεί, σύμφωνα με  το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α’ 286) όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 58 του ν. 4808/2021, υπερεργασία η πραγματοποίηση της οποίας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη.

Οι 5 ώρες υπερεργασίας επί πενθημέρου (από την 41η έως την 45η ώρα) ή οι 8 ώρες υπερεργασίας επί εξαημέρου (από την 41η έως την 48η ώρα), αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις.

Η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα επί πενθημέρου και 48 ωρών την εβδομάδα επί εξαημέρου θεωρείται – σύμφωνα με την παρ. 2  του άρθρου 58 του Ν.4808/2021 –υπερωριακή απασχόληση και διέπεται από όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες νομιμοποίησής τους. Αμείβεται δε   με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40%

Εξ άλλου υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 9 ωρών ημερησίως, επί πενθημέρου (άρ. 6 της από 16-2-1975 ΕΓΣΣΕ, ΑΠ 119/1997), καθώς και η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 8 ωρών ημερησίως, επί εξαημέρου (ΑΠ 247/2003, Εγκύκλιος αριθμ.οικ.64597/03-09-2021 επί του άρθρου 58 του ν. 4808/2021).

  • Μη υπέρβαση ορισμένου ανωτάτου ορίου υπερωριακής απασχόλησης

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 58 του ν. 4808/2021, το ανώτατο όριο πραγματοποίησης υπερωριακής απασχόλησης σε όλες τις επιχειρήσεις και για όλους τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώνεται σε εκατόν πενήντα (150) ώρες ετησίως και μέχρι τρεις (3) ώρες ημερησίως.

Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακώς, κατά τα ανωτέρω, δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας, έως τρεις (3) ώρες ημερησίως και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν πενήντα (150) ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).

  • Νομιμοποίηση υπερωριών

Η πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης είναι νόμιμες μόνον εάν έχουν καταχωρηθεί από τον εργοδότη στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ»,  πριν από την έναρξη πραγματοποίησής τους [άρ. 36 του ν. 4488/2017 ΦΕΚ Α’ 137, όπως αντικατέστησε την παρ.1 του άρ.80 του ν. 4144/2013 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 78 του Ν.4808/2021]

Σημειώνεται ότι η πραγματοποίηση υπερεργασίας θα σταματήσει να προδηλώνεται στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ μετά την έκδοση σχετικής Υ.Α. που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 79 του ν. 4808/2021.

  • Παράνομη Υπερωριακή Απασχόληση

Σε περίπτωση κατά την οποία έχουμε την πραγματοποίηση υπερωριακής απασχόλησης χωρίς να συντρέχουν οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις των οικείων διατάξεων που αναφέρθηκαν ανωτέρω ή με υπέρβαση του ανωτάτου ορίου υπερωριών, τότε αυτή είναι παράνομη και

έχει ως επακόλουθο  εκτός από τις αστικές σε βάρος του εργοδότη συνέπειες και ποινική ευθύνη γι’ αυτόν ή για τον νομίμως υπεύθυνο σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 28 του ν. 3996/2011 (ΦΕΚ Α’ 170).

Περαιτέρω, με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 4 του ν. 2874/2000 όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021, η υπερωριακή απασχόληση η οποία πραγματοποιείται χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία διατυπώσεων (προδήλωση στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ) ή καθ’ υπέρβαση των ανωτάτων ορίων που προσδιορίζονται από το παρόν άρθρο [τρεις (3) ώρες ημερησίως και εκατόν πενήντα (150) ετησίως] χωρίς την τήρηση των σχετικών διαδικασιών έγκρισης από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων χαρακτηρίζεται ως παράνομη υπερωρία (αντί του όρου κατ’ εξαίρεση υπερωρία που ίσχυε ως τώρα). Για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%) [αντί του ογδόντα τοις εκατό (80%) που ίσχυε ως τώρα].

Σύμφωνα με το άρθρο 60 του ν. 4808/2021 καθορίζονται ως ημέρες υποχρεωτικής αργίας, για όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες γενικά, οι οποίες αργούν κατά τις Κυριακές και τις ημέρες αργίας, οι ακόλουθες:

α) Η 1η Ιανουαρίου.
β) Η εορτή των Θεοφανείων (6η Ιανουαρίου).
γ) Η 25η Μαρτίου.
δ) Η Δευτέρα του Πάσχα.
ε) Η 1η Μαΐου.
στ) Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15η Αυγούστου).
ζ) Η 28η Οκτωβρίου.
η) Η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού (25η Δεκεμβρίου).
θ) Η 26η Δεκεμβρίου.

Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, που εκδίδονται μετά από γνωμοδότηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας (Α.Σ.Ε.) και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να ορίζονται και άλλες εορτές, μέχρι πέντε (5) κατ’ έτος, ως ημέρες υποχρεωτικής ή προαιρετικής αργίας ανά την Επικράτεια. Εφόσον πρόκειται για τοπικές αργίες, η αρμοδιότητα ανήκει στους περιφερειάρχες. Με την ίδια διαδικασία, δύναται να καταργούνται ή να αλλάζουν οι προβλεπόμενες αργίες.

Στην ελληνική εργατική νομοθεσία (Β.Δ. 748/1966) προβλέπεται απαγόρευση κάθε βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής εργασίας και κάθε επαγγελματικής γενικά δραστηριότητας κατά τις Κυριακές (χρονικό διάστημα που αρχίζει από τις 24:00 του Σαββάτου και λήγει στις 24:00 Κυριακή) και τις καθιερωμένες από το νόμο ως ημέρες αργίας, συναφώς δε, απαγορεύεται και η απασχόληση του προσωπικού αυτών. Ωστόσο υφίστανται εξαιρέσεις από την εν λόγω απαγόρευση, οι οποίες συνδέονται με συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ή απασχολουμένων (άρθρα 2, 7 και 9 του ως άνω Β.Δ/τος, καθώς παρ. 3 του άρθρου 9 μετά από έγκριση της Επιθεώρησης Εργασίας και άρθρο 63 του ν. 4808/2021).

Σύμφωνα με τις κοινές αποφάσεις Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, αρ. 8900/46 και 25825/51, καθώς και το άρθρο 2 του ΝΔ 3755/1957 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το 147/73, το άρθρο 2 του ν. 435/1976 και την παρ.2 του άρ. 42 του ν. 4454/2018, στους μισθωτούς που απασχολούνται τις Κυριακές και τις ημέρες των αργιών, παρέχεται πρόσθετη  αμοιβή, η οποία ανέρχεται στο 75% του 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου.

Γενικά όσοι από τους μισθωτούς απασχολούνται πάνω από πέντε ώρες την Κυριακή, δικαιούνται να λάβουν αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 ωρών σε άλλη εργάσιμη μέρα της εβδομάδας, που αρχίζει από την Κυριακή την οποία απασχολήθηκαν. Σε περίπτωση απασχόλησης λιγότερες από πέντε ώρες, ο εργαζόμενος δύναται να ζητήσει ισόχρονη αναπληρωματική ανάπαυση. Διευκρινίζεται ότι αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση δικαιούνται μόνο όσοι απασχολούνται τις Κυριακές όχι όμως και τις εξαιρέσιμες εορτές (άρθρο 10 του Β.Δ. 748/1966).

Περαιτέρω, βάσει των ως άνω διατάξεων, οι μισθωτοί που αμείβονται με ημερομίσθιο και οι οποίοι δεν θα απασχοληθούν κατά τις ανωτέρω εξαιρέσιμες αργίες, για λόγους που δεν οφείλονται σε αυτούς, δικαιούνται το νομίμως καταβαλλόμενο ημερομίσθιο χωρίς περαιτέρω προσαύξηση.

Κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση, χωρίς να απαιτείται η συμπλήρωση βασικού χρόνου εργασίας (παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3302/2004).

Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτόν. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγήσει τμηματικά την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται όπως ανωτέρω. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες σε περίπτωση εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή μέχρι τις είκοσι δύο (22) ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού.

Εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 25 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (αρ. 3 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2008/2009). Από 01-01-2008 δε, μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται 1 επιπλέον ημέρα αδείας, δηλαδή συνολικά 31 εργάσιμες ημέρες επί συστήματος εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 26 εργάσιμες ημέρες επί συστήματος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας αντίστοιχα.

Η χρονική περίοδος χορήγησης της ετήσιας άδειας κανονίζεται με συμφωνία μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη του. Σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια στο μισθωτό που υπέβαλλε σχετικό αίτημα μέσα σε δύο μήνες από τη διατύπωση του αιτήματος (παρ. 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 539/1945).

Σύμφωνα με το άρθρο 61 του ν. 4808/2021 που τροποποίησε το άρθρο 4 του Α.Ν. 539/1945 η ετήσια κανονική άδεια των εργαζομένων χορηγείται από τον εργοδότη έως και τη λήξη του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους από το ημερολογιακό έτος στο οποίο αφορά η χορήγηση της άδειας. 

Στην περίπτωση μη χορηγήσεως της αδείας μέχρι την 31-03 του επόμενου ημερολογιακού έτους, που θα αποτελεί πλέον τη δήλη ημέρα λήψης του συνόλου της δικαιούμενης αδείας από τον εργαζόμενο, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές αδείας, απλές μεν όταν δεν υπάρχει πταίσμα ή αμέλεια κ.λπ. του ιδίου, διπλές δε, δηλαδή με προσαύξηση κατά 100%, όταν υπάρχει αμέλεια ή  πταίσμα κ.λπ. του εργοδότη (ΑΝ 539/1945, ΝΔ 3755/1957 και ΑΠ 1568/99).

Νυχτερινή εργασία είναι η εργασία που παρέχεται κατά το χρονικό διάστημα της νύχτας, ήτοι από τις 10 μ.μ έως τις 6 π.μ της επόμενης ημέρας (ΥΑ υπ’ αριθ. 25825/51 και άρθρο 2, παρ. 3 του Π.Δ. 88/99).

Οι εργαζόμενοι που θα απασχοληθούν, είτε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της νύχτας, είτε μόνο σε ορισμένες νυχτερινές ώρες δικαιούνται προσαύξηση 25% επί των νομίμων αποδοχών  τους (ΥΑ υπ’ αριθ. 25825/51).

α) Διευθέτηση με συμφωνία εργοδότη με το συνδικαλιστικό όργανο των εργαζομένων

Με το άρθρο 41 του ν. 1892/1990 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, θεσμοθετήθηκε  σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας.

Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, να εφαρμόζουν για μία χρονική περίοδο, σύστημα αυξημένης απασχόλησης (δύο ώρες την ημέρα  επιπλέον των οκτώ ωρών), υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των σαράντα, ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου, ώρες εργασίας την εβδομάδα να αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου, περίοδο μειωμένης απασχόλησης. Το χρονικό διάστημα των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τους έξι (6) μήνες σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών (περίοδος αναφοράς).

Περαιτέρω, στις ως άνω επιχειρήσεις, αντί της κατά την προηγούμενη παράγραφο διευθέτησης, δύναται μέχρι διακόσιες πενήντα έξι (256) ώρες εργασίας από το συνολικό χρόνο απασχόλησης εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους, να κατανέμονται με αυξημένο αριθμό ωρών σε ορισμένες χρονικές περιόδους, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις τριάντα δύο (32) εβδομάδες ετησίως και με αντιστοίχως μειωμένο αριθμό  ωρών κατά το λοιπό διάστημα του ημερολογιακού έτους.

Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας υιοθετείται με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με συμφωνίες του εργοδότη και του επιχειρησιακού σωματείου ή του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων ή του εργοδότη και των ενώσεων.

Τέλος, επισημαίνεται ότι με επιχειρησιακές και κλαδικές ΣΣΕ, μπορεί να καθορίζεται άλλο σύστημα διευθέτησης χρόνου εργασίας, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κλάδου ή της επιχείρησης.

β) Διευθέτηση με ατομική συμφωνία εργοδότη και εργαζόμενου

Σύμφωνα με το άρθρο 59 του ν. 4808/2021 παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής συστήματος διευθέτησης του χρόνου εργασίας όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 41 του ν. 1892/1990 (σε εξάμηνη ή δωδεκάμηνη περίοδο αναφοράς), κατόπιν αιτήματος του εργαζόμενου προς τον εργοδότη και μετά από έγγραφη ατομική συμφωνία των μερών. Η διαδικασία αυτή, που προβλέπει η παρούσα διάταξη, είναι δυνατή μόνον στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση ή δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης και του εργοδότη.

Επιπλέον με την παρ. 2 του άρθρου του ν. 4808/2021 θεσμοθετείται ένα νέο σύστημα οργάνωσης του χρόνου εργασίας το οποίο αποτελεί πλήρη απασχόληση. Ειδικότερα, και στο πλαίσιο διευθέτησης του χρόνου εργασίας του άρθρου 41 του ν. 1892/1990 (Α’ 101), παρέχεται η δυνατότητα υιοθέτησης συστήματος 4ήμερης πλήρους απασχόλησης διάρκειας σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως και δέκα (10) ωρών ημερησίως. Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου για την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος εργασίας θα πρέπει να λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.

Ειδικότερα, το συγκεκριμένο σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας μπορεί να εφαρμόζεται είτε σε μια χρονική περίοδο αναφοράς έξι (6) μηνών εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους, είτε σε μια χρονική περίοδο αναφοράς ενός (1) ημερολογιακού έτους.

Κατά την εφαρμογή του συστήματος αυτού, δεν είναι επιτρεπτή η απασχόληση πέραν των δέκα (10) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως που κατανέμεται σε 4ήμερη βάση.

Σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 4808/2021 θεσμοθετήθηκε στο εθνικό μας δίκαιο άδεια άνευ αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα. Με την παρούσα διάταξη ο εργαζόμενος πλήρους ή μερικής απασχόλησης έχει την δυνατότητα να κάνει χρήση άδειας άνευ αποδοχών, κατόπιν ατομικής έγγραφης συμφωνίας με τον εργοδότη. Η άδεια αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος, ενώ δύναται να παραταθεί με νεότερη συμφωνία των μερών. Κατά τη διάρκεια της άδειας η σύμβαση εργασίας τίθεται σε αναστολή και δεν οφείλονται ασφαλιστικές εισφορές.

Μετά τη λήξη της άδειας άνευ αποδοχών συνεχίζουν να ισχύουν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Τέλος, και σε ότι αφορά την χορήγηση κανονικής αδείας στους εργαζομένους που έχουν λάβει άδεια άνευ αποδοχών σύμφωνα με τα ανωτέρω, επισημαίνεται ότι για την λήψη και τον υπολογισμό των ημερών κανονικής αδείας των εργαζομένων θα ληφθεί υπόψη και το χρονικό διάστημα κατά οποίο ο εργαζόμενος τελούσε σε άδεια άνευ αποδοχών (βλ. και παρ. 6 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45, σχετική απόφαση του Ν.Σ.Κ.).

Μετάβαση στο περιεχόμενο